σακχαροδέκτης

ο, Ν
βιολ. ένας από τους τέσσερεις τύπους στους οποίους διακρίνονται τα αισθητήρια κύτταρα τών δενδριτών τών αισθητήριων τριχών τών εντόμων, ανάλογα με την ηλεκτρική τους απόκριση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάκχαρο + δέκτης. Η λ. αποτελεί απόδοση στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. sugar receptor < sugar «ζάχαρη» + receptor «δέκτης»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάκχαρο- — Ν (χημ. βιοχ. ιατρ.) α συνθετικό λέξεων που υποδηλώνει ότι το δηλούμενο με το β συνθετικό περιέχει σάκχαρα ή έχει σχέση με τα σάκχαρα (πρβλ. σακχαροδέκτης, σακχαρομύκης, σακχαροποίηση, σακχαροδιαβήτης κ.ά.] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.